θεματικό ευρετήριο  
Σαπφικός Λόγος

Λεξικά

Κοινότητα

Χάρτης Σελίδων

Eπικoινωνία

αγγλο-ελληνικό λεξικό Νομοθεσίας, Δικαιωμάτων & Ισότητας

γυναικών, φεμινιστικά, ισότητας.. - αγγλο-ελληνικό
abreviations-αρκτικόλεξα & συντμήσεις -
activism ActUp advocate - συνήγορος, συνηγορώ (υποστηριζω~) Against Discrimination - amend, to - τροποποιώ (ειδ. νόμο ) amendment - τροποποίηση (ειδ. συντάγματος) anti-discrimination - anti-discrimination legislation - appeal (to court) - κάνω έφεση, εφεσιβάλω δικαστική απόφαση aquis communautaire - κοινονικό/κοινοτικό κεκτημένο: το σύνολο της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής . Ένωσης που θα πρέπει να έχουν δεχτεί προκαταβολικά οι υποψήφιες χώρες πριν να εξαταστεί . η΄αίτηση συμμετοχής τους. Ιδιαίτερα τα κοινωνικά δικαιώματα. arguments - επιχειρήματα (bat .. & το ρόπαλο του baseball, & χτυπώ με παρόμοιο..) batter, κτυπώ, συντρίβω, .. Κακοποιώ (σωματικά) - to beat or strike, esp with blow after blow, pound. 2. to injure by pounding, hard wear or use. . to pound noisily and repeatedly. battered baby (or gilr, woman, etc), - person with serious physical injuries caused by parent or other adult battering, (violence..) (~ αυτό που κάνει ο πολιορκητικός Κριός.. χτυπώ συστηματικά κι επανειλημένα, μέχρι να διαλύσω..) . (battering ram, πολιορκητικός κριός) battery 1. a battering or beating bisexual : αμφισεξουαλικό Boston Marriage : ιστορική αναφορά σε λεσβιακά ζευγάρια που συγκάτοικούσαν αναοιχτά στη Βοστώνη . (19ο αι?) βλ. & Μπέκετ burden of proof - το βάρος της απόδειξης butch civil courts - αστικά δικαστήρια civil rights - αστικά δικαιώματα clitoris : κλειτορίδα coalition - συνασπισμός collective : 1. συλλογικό, 2. συνολικά compensation - αποζημίωση compensation for discrimination - αποζημίωση για διακρίσεις compound - συνθετος, συνθέτω, συμμιγνύω conference - συνέδριο Council of Europe - το Συμβούλο της Ευρώπης. Ανεξάρτητος οργανισμός, από το 1949, Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. & πρόσθετα πρτόκολα. 47 κράτη μέλη Court - δικαστήριο court case - υπόθεση δικαστηρίου Court of Appeal - εφετείο Court of Justice - Court of Justice in Luxemburg - court of law - court order - δικαστική απόφαση/διαταγή Court ruling - απόφαση δικαστηρίου cunt : αργκό για τα γυναικεία γεννητικά όργανα damages - ζημιές deploring - Directive (EC) - κοινοτική οδηγία directives against discrimination discrimination, διάκριση, διακρίσεις dissuasive - αποτρεπτικός/η/ο dyke - λεσβία dyke march : λεσβιακή πορεία (περήφανη) ECHR - the European Convention on Human Rights ECOSOC - United Nations Economic and Social Council egalitarian, of or for equal rights, advocate of equal rights empowerment, ενδυνάμωση equality, ισότητα European Community law - κοινοτικό δίκαιο European Court on Human Rights - Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) exacerbate - παροξύνω, οργίζω feminine, επιθ. θηλυκό , θηλυπρεπές feminism : φεμινισμός feminist theory, φεμινιστική θεωρία femme - θηλυκό (άτομο), ιδιαίτερα θηλυπρεπής FGM - Female Genital Mutilation - ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων (κλειτορίδας) file a (law) suit - υποβάλλω μήνυση fund - χρηματοδοτώ, .. διαθέσιμο κεφάλαιο Fund - καταπίστευμα (~ ίδρυμα οικονομικής υποστήριξης..) gal - τύπισσα, το θηλυκό του "guy" gender : κοινωνικό φύλο (σε διαφορά με το "sex"= βιολογικό φύλο) gender studies, σπουδες φύλου (κοινωνικού) - κοινωνιολογία/ανθρωπολογία genital, αναφ. σε σεξουαλικά όργανα genitals, οργανα αναπαρωγωγής, σεξουαλικά Greek chapter - ελληνικό τμήμα διεθνούς οργάνωσης group : ομάδα, συλλογικότητα heterosexism, the difficulty of the heterosexual system to tolerate homosexuality. ... homophobia : literally, an irrational fear of erotic attraction to members of the same sex. Term has, however, become a political term as well in that it is now used to refer to people, policies, and laws which are insensitive to gay and lesbian issues. HRC - Human Rights Watch - παρατηρητήριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα human rights - ανθρώπινα δικαιώματα identity : ταυτότητα internalized homophobia, When a person who is homosexual experiences emotional turmoil over being homosexual, or devalues or avoids other homosexuals International Professional Surrogates Association (IPSA) IPSA - the International Professional Surrogates Association Justice - δικαιοσύνη Jurisdiction - δικαιοδωσία law - ο νόμος, η νομοθεσία law suit - μήνυση legislation - νομοθεσία legitimate reasons - νόμιμοι λόγοι lesbian : λεσβία, σχετικό με τις λεσβίες lesbian-feminism : λεσβιακός φεμινισμός lobby, to : ρμ. εξασκώ πίεση, ιδ. για δικαιώματα, συμφέροντα κ.α., προσπαθώ να επηρεάσω βουλευτές . ή/& αξιωματουχους - lobby : ουσ. ομάδα συνεργαζόμενη για την άσκηση πίεσης, ιδ. για ίδια συμφέροντα, δικαιώματα κλπ. lobbyist - εργάζομαι παρασκηνιακά? lobbying - πίεση αρχών(για βελτιώσεις/κοινωνικά δικαιώματα)~~~ masculine : επιθ. αρσενικό, ανδροπρεπές, δυναμικό masculine woman : δυναμική γυναίκα, ανδρογυναίκα menses : (ουσ. πληθ.) εμμηνόροια, γυναικεία περίοδος MEP - Member of the EU Parliament mitigate - μετριάζω, πραϋνω NCHR - N.. ?Council for Human Rights Ombudsman - συνήγορος του πολίτη pending cases - υποθέσεις σε εκκρεμότητα pre-menstrual syndrome, προ-εμμηνοροϊκό σύνδρομο preliminary ruling - (προκαταρτικό βούλευμα ?) proof - αποδεικτικά στοιχεία prostitution : πορνεία protection - προστασία protection against such discrimination - προστασία ενάντια στις διακρίσεις queer queer theory rape: βιασμός rule, to (court) - αποφασίζω (για δικαστήριο) rules - κανόνες ruling (court) - δικαστική απόφαση sex: 1. βιολογικό φύλο, 2. σεξουαλική πράξη Sexual preference - σεξουαλική προτίμιση Sexual Orientation - σεξουαλικός προσανατολισμός societal - of the society! - κοινωνικό/η/ος supreme court - Highest court - ανώτατο δικαστήριο United Nations (UN) - Ηνεμένα Εθνη (ΗΕ) V-day: η 14η Φεβρουαρίου, ημέρα αφιερωμένη στο αιδείο, γίνονται παραστάσεις του θεατρικού Vagina monologues για τη συγκέντρωση χρημάτων ενάντια στη βία κατά των γυναικών V-word, vagina [αιδοίο], η λέξη που υποτίθεται ότι δεν πρέπει να αναφέρεται πουθενά εκτός . των ιατρικών εγχειριδίων vagina, αιδοίο vulva, women studies : γυναικείες σπουδές Yogyakarta principles : Αρχές της Yogyakarta: έγκυρη κωδικοποίηση των αρχών του διεθνούς δικαίου που προστατεύουν ρητά ισότητα δικαιωμάτων και για τους LGBT. http://arxesyogyakarta.wordpress.com
FGM = Female Genital Mutilation - γεννετήσιος ακρωτηριασμός γυναικών, κλειτοριδεκτομή NCADV - National Coalition Against Domestic Violence (USA) PMS, pre-menstrual syndrome
περισσότερα
λεξικά των Σαπφίδων στο διαδίκτυο - - - συνδεσμοι ....

Σαπφίδες - Σαπφικός Λόγος - Γυναικείες ομάδες - Δικαίωμα - θεματικό ευρετήριο - χάρτης σελίδων

διεύθυνση σελίδας - http://sapphogr.net/logos/lex/equal.html
δημιουργία σελίδας 25 Οκτ. 2004
ενημέρωση 27 Ιουνίου 2008
1